Ο όρος 'void of' παραπέμπει στον όρο 'void'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'void of' is cross-referenced with 'void'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
void adj (without force)άκυρος επίθ
 The contract was declared void by the judge.
 Το συμβόλαιο θεωρήθηκε άκυρο από τον δικαστή.
void adj (invalid)άκυρος επίθ
 This ticket is void.
 Αυτό το εισιτήριο είναι άκυρο.
void of [sth] adj + prep (lacking)που δεν έχει περίφρ
  (με γενική)κενός επίθ
 She was void of any sense of humour.
 Δεν είχε καμία αίσθηση του χιούμορ.
 ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Τα λόγια της ήταν κενά συναισθήματος.
void [sth]⇒ vtr (invalidate)ακυρώνω ρ μ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)χτυπάω, χτυπώ ρ μ
 He voided the tickets when we got on the bus.
 Ακύρωσε τα εισιτήρια μόλις ανεβήκαμε στο λεωφορείο.
the void n (emptiness)κενό ουσ ουδ
 The satellite continued into the void.
 Ο δορυφόρος συνέχισε το ταξίδι του στο κενό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
void adj formal (empty)άδειος επίθ
  κενός επίθ
 I peered in through the window, expecting to see Leah there, but the room was void.
 Κοίταξα μέσα στο δωμάτιο περιμένοντας να δω τη Λία, αλλά ήταν άδειο.
void adj (cards: with none) (χαρτοπαίγνια)δεν έχω περίφρ
 She was void in diamonds.
 Δεν είχε καρό.
void adj (check: not valid)άκυρος επίθ
 The check was marked void and was worth nothing.
void n (cards: lack of a suit)έλλειψη ουσ θηλ
  δεν έχω κτ περίφρ
 I have a void in spades.
void⇒ vi (evacuate bowels)έχω κενώσεις έκφρ
  (επίσημο)αφοδεύω ρ αμ
 He was unable to void for a while after the operation.
void [sth]⇒ vtr (empty)αδειάζω ρ μ
  εκκενώνω ρ μ
 They voided the building of all its occupants.
void [sth] vtr (physiology: evacuate)εκκενώνω ρ μ
  αδειάζω ρ μ
 The laxatives helped him to void his bowels.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
declare [sth] null and void v expr (invalidate)ακυρώνω ρ μ
 Their business relationship ended when the judge declared their contract null and void.
null and void adj (not valid)άκυρος επίθ
 A new law makes our contract null and void.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση void of στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «void of».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!